Μια φορά κι έναν καιρό, σε κάποια μακρινή πολιτεία, ζούσε ο Μουρλοκρασούλης. Ο Μουρλοκρασούλης ήταν λίγο χαζούλης· και του άρεσε το κρασί. Ίσως και να μην ήταν πάντα έτσι, κανείς δεν θυμόταν πια, αλλά με τα χρόνια είχαν όλοι συνηθίσει να διασκεδάζουν με τον Μουρλοκρασούλη: να του δίνουν στην αρχή νερό κι αυτός να το βάζει απ’ τη μύτη και να το βγάζει από το στόμα του, και το αντίθετο. Και μετά του έδιναν το βραβείο του: ένα ποτήρι κρασί. Κι όσο ο Μουρλοκρασούλης έπινε κρασί, τόσο έβαζε νερό από τη μύτη και το έβγαζε από το στόμα, ή, όταν ένιωθε ότι οι άνθρωποι άρχιζαν να βαριεστούν, το ‘βαζε από το στόμα και το ‘βγαζε από τη μύτη του… Κι οι άνθρωποι άρχιζαν πάλι να διασκεδάζουν.

Στην ίδια μακρινή πολιτεία, κάπου πολύ πέρα κι από τα βουνά που βλέπουμε, ζούσε και η Λεξούλα, μια όμορφη και καλή κοπέλα. Η Λεξούλα όμως ένιωθε άσχημα όποτε οι συμπολίτες της διασκέδαζαν στις πλατείες με τον Μουρλοκρασούλη. Και θύμωνε — πολύ. Ίσως και να ήταν που η Λεξούλα διάβαζε συχνά ιστορίες, και όλοι ήξεραν, σ’ εκείνη την πολιτεία, πως όποιος διαβάζει ιστορίες βλέπει αλλιώς τον κόσμο. Και δεν την πείραζε κανείς — πολλοί μάλιστα την συμπαθούσαν.

Μέχρι που κάποια μέρα, η Λεξούλα έτρεξε ανάμεσά τους και, πριν προλάβουν να δώσουν του Μουρλοκρασούλη νερό, εκείνη του έδωσε ένα ποτήρι κρασί κι αυτός το ήπιε αμέσως. Κι ύστερα κι άλλο, κι άλλο, μέχρι που ο Μουρλοκρασούλης δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτα με τη μύτη του… Έβαζε μόνο κρασί, κι άλλο, κι άλλο κρασί στο στόμα του.
Τότε οι άνθρωποι που ζούσαν σ’ αυτή τη μακρινή πολιτεία, πέρα κι από τη θάλασσα που βλέπουμε, εξαγριώθηκαν και θύμωσαν με την Λεξούλα που τους χάλασε την μικρή και άκακη διασκέδασή τους.
«Ήταν πάντα περίεργη», είπαν μερικοί.
«Είναι κακιά και μουρτζούφλα, και δεν της αρέσει οι άνθρωποι να γελούν και να διασκεδάζουν», είπαν άλλοι.
Κι είχαν όλοι δίκιο: είναι κακό να μην σου αρέσει οι άνθρωποι να γελούν και να διασκεδάζουν. Κι είσαι ευλογημένος όταν γελάς και διασκεδάζεις, κι ακόμα περισσότερο όταν θέλεις αυτά που θέλουν οι άνθρωποι. Και είναι κατάρα να θυμώνεις όταν ο κόσμος διασκεδάζει δίνοντας κρασί στον Μουρλοκρασούλη. Ναι, είχαν όλοι δίκιο. Αλλά οι ιστορίες δεν το είχαν πει στην Λεξούλα αυτό. Γιατί το καλό δεν βρίσκεται στις ιστορίες. Και το καλό δεν είναι πάντα αληθινό…

Όπως και να ‘χει, η Λεξούλα συνέχισε να θυμώνει και να διαβάζει ιστορίες, να διαβάζει και να θυμώνει, και δεν έζησε καλά όπως εμείς και οι άνθρωποι στις πολιτείες πέρα από τα βουνά που βλέπουμε εμείς.

Advertisements