Απόψε σιωπή.
Ναι, η ίδια, εκείνη η αγαπημένη ανακούφιση από την παλίρροια των περιττών λέξεων, την δαιμονιώδη αχλύ των υπεράριθμων φωνών. (Σου έχω πει άραγε πόσο περιμένω κάθε τόσο την αμπώτιδα του κόσμου; Πώς χαϊδεύω τις δύσκολες ώρες τα φυλλαράκια του μπονζάι της καρδιάς μου; Ναι, και να το είπα, δεν θα άκουσες. Ήσουν τόσο χαμένη στα δικά σου που θα το ταίριαξες σε κάτι άλλο, πάντα υπάρχει αυτό το «άλλο» που μοιάζει δικό μας, είτε σαν παλιά απειλή μας, είτε σαν παλιά αειθαλής γλύκα μας. Και ξέρουμε πως ούτε αυτό δεν έχει σημασία· και ήσουν τόσο πεινασμένη να καταλάβεις, να πάρει ο κόσμος ένα σχήμα που, επιτέλους, να μην σε πουλάει κάθε τόσο, και τόσο ανελέητη στις σαρκοφάγους ερμηνείες σου. Κι εγώ σε κοίταζα, θεατής της ιερής βρώσης μου, να δαγκώνεις σάρκες που νόμιζες δικές σου. Ναι, πίσω από κλειστές πόρτες, σε μισοφωτισμένα δωματια, οι παρτούζες είναι πάντα επικίνδυνες, ακόμα κι όταν τις ξαμολάμε μαζί, ενήλικες, να παίξουν στο προστατευμένο παρκάκι του ζευγαριού. Στα όριά του, στο μη παρέκει του. Στο κέντρο του, δηλαδή.
Δεν σε θέλω πίσω. Ούτε να καταλάβεις με νοιάζει πια. Θέλω μόνο να ξαναβρώ την σιωπή μου, εκείνην που θα την νοιώσω να με εννοεί, εκείνην που θα ανθίζει καθώς θα διαλύονται τα πέπλα των –ζορισμένων– εννοιών σου.

Μόνο που αυτή η αποψινή είναι μια λάθος σιωπή. Πολυφωνική σιωπή, ούτως ειπείν, και παραπλανητική συνάμα. Δεν με εννοείς, ε; Ας πούμε απλώς πως δεν είναι η δική μου σιωπή, η σύντροφός μου. Είναι μια πλανεύτρα ξένη που στρογγυλοκάθισε στο σαλόνι του νου μου και πέταξε μπούτι. Την κοιτώ κλεφτά και διχάζομαι: μισός ενοχλούμαι με την επιδεικτική θλίψη της, μισός θα ήθελα να την περιεργαστώ αόρατος. Μόνο συνουσίες δεν θέλω μαζί της, πάντως. Δεν είμαι πια εικοσάρης και, πίστεψέ με, χαίρομαι γι’ αυτό.
Κρατώ λοιπόν την ουσία μου. Κι αναζητώ την σιωπή μου. Ακόμα.

[Αθήνα, κάποτε παλιά]

Advertisements