Κατέβηκα σήμερα πρωί – πρωί στην Αγορά χωρίς να έχω αποθέσει ακόμα το νυκτερινό όνειρό μου. Καφές και παξιμάδι μόνον, ίσα να μην χάσω τον δρόμο μου προς τους ανθρώπους. Σε διέκρινα κάποια στιγμή ανάμεσα στο ανθρωπομάνι. Και σε ακολούθησα, σε απόσταση ασφαλείας, με μια πετονιά να απλώνει και να μαζεύεται με άτακτο ρυθμό, από τα μάτια μου στην πλάτη σου. Αθέατο, με πήγες βόλτα στις πλατείες σου. Είδα γάτες και περιστέρια να τρώνε από το χέρι σου, και έφτυνα κάθε τόσο το σάλιο που μου περίσσευε.

Γύρισα αργά με ένα τραμ που μούγκριζε ακατανόητα. Κάθε απομεσήμερο ένα σμήνος θύμησες περνά και σκιάζει τον ουρανό.
Στον πλανήτη του Μαύρου Ηλιου, εξόριστος, ξέρεις έρχονται κάθε λίγο στροφές του, κάτι σαν νύχτες, που δεν λυπάμαι για το σκοτάδι μου, αλλά για το φως μου· που ούτε καν στην τραγικότητα και την σκοτεινιά δεν είμαι ολόκληρος, κι ας είναι πιο φύση μου από την φύση του κόσμου.
Μα υπάρχει, σου λέω, και κάτι πιο πέρα απ’ αυτά. Το νοιώθεις μόνον όταν ξεπέσεις στην πιο απλή φυσικότητα: όταν, υγρός, διαχυθείς σε κάθε συγκοινωνούν δοχείον εντός, ισόρροπα λιωμένος σε κάθε κοίλωμά σου και με σεβασμό στο βύθος του.
Μα δεν μπορώ να σου πω γι’ αυτό… (Τι το ξεκίνησα ο ανόητος;)

Χάρτινα όλα, φανταχτερά βαμμένα και στιλπνά, οικεία ψέματα.
Και μην ξεγελαστείς: ο πόνος δεν μαλακώνει τον άνθρωπο· τον σκληραίνει, κρούστες επάλληλες του προσθέτει. Φτιάχνουν, όμως, αυτές οι καινούργιες επιδερμίδες πανέμορφα σχήματα, γεωγραφίες της ανθρώπινης μοίρας, μονοπάτια που ένας θεός αδυνατεί να διαβεί – παρά μόνον ως θεατής του ανθρώπου να ζει λίγο κι αυτός από τούτην την παράδοξη ύπαρξη.

Εδώ και χρόνια δεν αποκρίνεσαι. Λυκίσια ουρλιαχτά αγνού μίσους μόνον βγάζεις και ζηλεύω το αίμα σου που τα χωράει. Εδώ κάτω πηγμένα αίματα, σκούρα· η Σαλοσπίρη δεν αρκεί.
Χαϊδεύω συχνά την απόγνωσή σου διακινδυνεύοντας το χέρι μου. Λύκαινα παρμένη από πείνα, κρύο και λαμέ φέγγος σκληρότατης, αιχμηρής γιορτής. Να μπορούσα να αλυχτούσα μαζί σου! Πηγμένα αίματα εδώ… Βλέπω εντούτοις παμπάλαιες απογνώσεις να μεταφέρονται στις αρτηρίες σου. Λοιπόν, μην με καλείς άλλο, δεν πρόκειται να ουρλιάξω, μάταια ζητάς την συμμετοχή μου. Πάψε την γητειά σου.
Πηγμένα αίματα, σου λέω.

Στην ζωή μου χορεύει μόνη η Στιγμή. Παραγγελιές αθέατου θαμώνα, νταλκαδιασμένου. Στην πίστα, τα πρότερα και τα ύστερα τραγούδια, απλώς, δεν υπάρχουν.

Advertisements