Μου είπε: «Ζήσε και πέθανε σαν να ήσουν ένα δέντρο που πέφτει στο δάσος και κανείς δεν ακούει τον πάταγο».
Ηταν δύσκολο· κι ακόμη είναι. Αλλά σιγά-σιγά γίνεται και πιο οικείο — είχε δίκιο. Τότε του είχα πει: «Μπορείς να φωνάζεις όσο θέλεις. Δεν θα αλλάξει τίποτα με αυτό». Δεν ήξερα, τότε, για ποιον λόγο είχα δίκιο.



Αραγε, ένα ακόμη βήμα προς τον «απράγμονα και μεστόν γαλήνης βίον»;

Advertisements