Μου άρεσε παλιά να κοιτάζω τ’ αστέρια. Μου έδιναν ένα μέτρο – σαν να υποννοούσαν: «ό,τι και να σου συμβαίνει εκεί κάτω, βρε, φαντάζει ελάχιστο εδώ πάνω. Και το έβλεπα κι εγώ ως Ελάχιστον, και χαμογελούσα με εκείνον τον σαχλό «εμένα» που τα έπαιρνε στα σοβαρά.
Βέβαια, μεσολάβησαν πολλά από τότε. Εκείνος που τα έπαιρνε στα σοβαρά είναι τόσο μακρινός εδώ, τώρα, όσο κι εκείνος που έμπαινε στον κόπο να αναζητήσει αστέρια στον ουρανό του.
Οι δρόμοι της επιβίωσης, βλέπεις, με έμαθαν να παραμένω ζωντανός στο μίνιμουμ της ζωντάνιας, σε μια μινιατούρα ζωής που είναι ολόδική μου. Που πάει να πει: χωρίς να αποζητώ την αφή των δέντρων και την υγρασία της θάλασσας, το φως στα μαλλιά της και την πλησμονή στα χέρια της. Να μου αρκεί πως τα έζησα κάποτε και είμαι ακόμα εδώ να τα γλείφω και να νοώ την αρμύρα τους. Να τα μηρυκάζω φτύνοντας λέξεις.

Τεφρά αστέρια από πάνω, οικεία, που δεν τυφλώνουν τα κουρασμένα μάτια μου. Ισα που φτιάχνουν σχήματα και μορφές που μπορώ να ακολουθώ παραμένοντας ακίνητος εν πτήσει…
Και η αντηλιά δεν με ξεγελά πια. Ούτε οι αντικατοπτρισμοί μου.

ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ ΝΑ ΖΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο ήλιος πήρε να ψηλώνει
του πεύκου δάκρυζε η φλούδα
Σεπτέμβρης κι ήθελε σεντόνι
και γεια σου Αύγουστε Ιούδα.
Γλυκά φυσούσε τ’ αεράκι
στα χάδια που έλειψαν μεσίτης
μα δίπλα σ’ ένα φυλλαράκι
γλεντά τη μεταμόρφωσή της.
Μια άσπρη νύφη πεταλούδα
μπορεί και να ‘χε κι άλλο χρώμα
καρδιά μου γιόρταζε, τραγούδα
σερνόσουν ως εχθές στο χώμα.
Ο ήλιος σκόρπαγε χρυσάφι
λουλούδια ευώδιαζαν και φρούτα
μα εκείνη έλεγε νισάφι
τα χόρτασες καρδιά όλα τούτα.
Το «αύριο» δες που περιμένει
εκεί θα ζήσεις τη χαρά σου
θα πας παντού στην Οικουμένη
με τα καινούργια τα φτερά σου.
Χαζή κουβέντα και σενάριο
που παίρνει Όσκαρ στην οδύνη
πολλά που υπόχεται το αύριο
μα τίποτε ποτέ δεν δίνει.
Εμένα ρώτα με, που είδα
τι θέμα μου ‘βαλε ο Θεός μου
να γράφω χρόνια στη σελίδα
«κάθε στιγμή να ζεις του Κόσμου».

(μτφρ. Λίνα Νικολακοπούλου)

Advertisements