Μερικά τέτοια δειλινά θυμάμαι εκείνη την γυναίκα την φτιαγμένη από νύχτα και ομίχλη, και σιωπές.
Το ηλιόφως την έγδερνε — τα σκούρα γυαλιά, βλέπεις, προστάτευαν μόνον τα μάτια της: ίσα για τα ξωτικά που διεκδικούσαν το μυαλό της.
Θυμάμαι έκανε κρύο και τότε, κατεβαίναμε την Πανεπιστημίου με τα χέρια γροθιές στις τσέπες. Είχε όμορφα χέρια, τα ήξερα κι ας μην τα έβλεπα εκείνη τη στιγμή· τα δάχτυλά της σαν κλαδιά στεγνά. Ξαφνιάστηκα που άρχισε να μου λέει, αραιά και πού όσο κατηφορίζαμε, για κάποιο δέντρο με κλαδιά σαν αγκαλιές και φύλλα σαν φιλιά. Την πήγα σπίτι της και την απέφευγα επί χρόνια μετά. Ελπίζω πάντα στα δειλινά που θα κάνει κρύο και σιωπή, και δεν θα τρυπώνει στο μυαλό μου.

Advertisements