Πινελιες …
Απομεσημερο της Κυριακης , κοντα στο δειλινο … Στον απεναντι οριζοντα συννεφα, αλλου αναλαφρα κι αλλου πυκνα, σχηματιζαν λες τον χαρτη ολης της γης.
Ο ηλιος πισω τους επαιζε κρυφτο και τους χαριζε χρωματα και σχηματα , που επεφταν στης θαλασσας τον καθρεφτη κι ολα μαζι γιοταζαν και χαιρονταν τα φθινοπωρινα τερτιπια.
Οι μυρωδιες της βρεγμενης γης , μπλεκονταν μ’εκεινες της θαλασσας και γεμιζαν την ψυχη απο φυσικη εσανς.
Φιγουρες τα ψαραδικα , που δεν απομακρυνονταν απο τον γιαλο , ταραζαν την γαληνη του τοπιου με την βοη της μηχανης τους και νομιζες πως τραγουδι γινονταν στο κραξιμο των γλαρων.
Το δακτυλο χαραζε λεξεις στην υγρη αμμο , τετοιες που η φωνη δισταζει να τις πει . Μονο το ατακτο κυμματακι τις επαιρνε μαζι του και τις ταξιδευε μυστικα στα πελαγα , σαν να’θελε να τις κρυψει , πολυτιμο υλικο , για το βιβλιο της ψυχης και της σκεψης που κανεις δεν μπορει να διαβασει .
Στοχασου , πως την αλλη στιγμη ολα αυτα θα γεμισουν ανταρα και τιποτα δεν θα θυμιζει τουτο το βελουδινο δειλινο .
Το βλεμμα θ’αγριεψει στο σταχτι τοπιο και η ψυχη τρομαγμενη θα τρεξει να κρυφτει στην αβεβαιοτητα της υπαρξης της .
Ουτε μια λεξη δεν θα γραφτει πια στην αμμο και τα ψαραδικα θα σερνονται στο κορμι της , για να πλαγιασουν πιο περα , κακομοιριασμενα κουφαρια στην ασφαλεια της στεριας .
Ο,τι απ’τ’αρωματα θ’απομεινει , θα σφραγιστει στο μπουκαλακι της θυμισης και της ελπιδας , πως καποτε μια σταγονα του θ’αγγιξει το δερμα και θ’αναστησει ξανα τις καλες στιγμες …

Advertisements