Νοέμβριος του 2010. Εφτασες κι εδώ, λοιπόν, και ποιον άγγελο να ευχαριστήσεις… Ξέρω, προχτές πέρασες εποχούμενος από την παλιά γειτονιά. Ενοιωσες μια παρουσία, αλλά ίσως να ήταν απλώς οι μνήμες σου – ίσως και όχι… Κάμποσοι από κείνους έχουν πεθάνει, εσύ τους ανάσταινες για λίγο σε κάθε φανάρι, με βλέμμα τάχα απλανές. Κάποιος εκεί πάνω φαίνεται να σε συμπαθεί και να σου δίνει τράτο.

Αλλες δυο μέρες πέρασαν. Ανάβεις τσιγάρο. Ξοδεύεις –αγέρωχα αλλά όχι αστόχαστα– την υγεία που σου περισσεύει, αυτό το απόθεμα που σε πνίγει με την εγγενή ανοησία του· αυτό το βάρος στην ψυχή σου, το ζυμωμένο με θεραπείες και νοσοκομειακές νύχτες. Εχεις από καιρό αποφασίσει, κι ας μην το καλοήξερες, πως θα φθαρείς πριν σε φθείρει η ζωή. Θα το έχεις κάνει εσύ ο ίδιος κι όχι αυτή. Κι έτσι θα έχεις υπάρξει ως υποκείμενό σου, έστω και σε ένα εξ ίσου ανόητο ρήμα…
Θα ταλαιπωρήσεις τον άγγελό σου: θα εξαντλήσεις την συνεχή αιώρησή σου ανάμεσα στο Τετέλεσται και στο Λίγο Ακόμα. Ισως και να αναδυθεί μέσα από αυτό το προπέτασμα καπνού, σαν δαιμονισμένος ροκ σταρ που θα λαμπαδιάσει δίνοντάς σου χρόνο: να μην το κάνεις εσύ ακόμα. Ισως αυτό το σκληρό, ανελέητο φως να εξασθενήσει μαζί σου σε σκιασμένους τόνους του γκρι. Να γίνει καπνός που θα λειαίνει τις γωνιώδεις αποφύσεις της πραγματικότητάς σου: να πορευτείς το υπόλοιπο χωρίς να γδέρνεσαι.
Ποντάρεις στον άγγελό σου, ξανά: να δώσει να πάρεις κι άλλα ρίσκα, να σαρκάσεις κι άλλο το σαρκίον σου.
Και να σμιλεύσεις κι άλλο την ύστατη ειρωνία σου.

Advertisements