Ηταν δεκεμβριάτικη νύχτα, του πόσο δεν θυμάται. Ο άνεμος έλεγε στα φύλλα των δέντρων το πικρό, μαύρο τραγούδι του και ο Β. κατηφόριζε την Χέυδεν. Βιαστικά, αλλά με μετρημένα βήματα. Πριν λίγο είχε βγει από το μπαρ, αμέσως μετά την Α., που είχε βγει θυμωμένη, πληγωμένη, μόνη. Λίγο πριν ήσαν μαζί, είχαν την ευκαιρία τους, και χάθηκε. Απλώς. Την ακολούθησε για λίγο στο απέναντι πεζοδρόμιο, την είδε να μπαίνει σε ένα ταξί, και συνέχισε τον δρόμο του στο γλιστερό πεζοδρόμιο. Η δεκεμβριάτικη παγωνιά απειλούσε τα ήδη χαμένα του και χαμογέλασε ειρωνικά με την ίδια του την προσοχή.
Ο Β. ήταν ακόμα στο λίγο πριν, καθώς καθόντουσαν δίπλα στην μπάρα. Ηθελε να της ακουμπήσει το χέρι, τα νεύρα πριν τον καρπό για την ακρίβεια, εκεί που έσφυζε… Δεν είχε δικαίωμα, όμως. Εκείνος, βλέπεις, δεν έσφυζε πια από τίποτα. Παραιτημένος, τι να αντιτάξει απέναντι σε μια σφύζουσα λαχτάρα; Επιπλέον, θυμωμένη, απαιτητική, βασιλεύουσα· εκείνος άνευρος, να εντρυφεί σε ενδιαφέρουσες σκιές ζωής, καθαιρεμένος αξιωματικός που αναλίσκεται απρόθυμα στα βασικά του πολέμου. Βαριεστημένος. Την κοίταξε για λίγο – του αρκούσε αυτό το στιγμιαίο. Θα πορευόταν με αυτήν την εικόνα καιρό. Τα χείλια της θα του λέγαν πολλά για καιρό στο αυτί του, ζωντανά και καλογραμμένα στο πρόσωπο της φαντασίας του.

Οταν του τηλεφώνησε την άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι, της μίλησε γλυκά, όπως ένοιωθε, δηλαδή. Κι ας είχε σπάσει εντός του ένας ακόμη κρίκος. Αλλωστε ήξερε κάπου πως δεν ήταν αυτή που τον θρυμμάτισε, ίσως να ήταν η γλυκύτητα που του τέλειωνε, ή η ζωή η ίδια, ποιος ξέρει και γιατί να νοιαστεί; Ισως και να κατέληγε μόνη της η Α. στα ίδια κάποια στιγμή… Την αποχαιρέτησε. Είχε καλόν δρόμο μπροστά της.

Advertisements