Στιγμές της ζωής μου, επίλεκτες, τραγουδούν εντός μου ένα γκόσπελ· λικνίζονται, χοντρές μαύρες που αινούν τον Κύριό τους, τον Χρόνο. Και λικνιζόμενες τιθασεύουν την ισόβιο δυσανεξία μου. Περιορίζομαι σ’ ένα ανεπαίσθητο ρυθμικό χτύπημα του δεξιού ποδιού στο πάτωμα. Το στυλό μου μετεωρίζεται αναποφάσιστο πάνω στο λευκό της σελίδας του σημειωματάριου. Και τι να πεις – και σε ποιον δηλαδή; Δεν υπάρχουν στιγμές: υπήρξαν μόνον οι στιγμές σου και οι στιγμές τους. Και κάποιες ταυτόχρονες αλλ’ όχι κοινές, θνησιγενείς απόπειρες να αδραχθούν τα θρύμματα του “τώρα, εδώ”.
Στρέφω το βλέμμα στην τζαμαρία της επαρχιακής καφετέριας. Μ’ αρέσει η συννεφιά· βλέπω τόσες μορφές στο ασπρόμαυρο βιτρώ της. Με θάλπει ψιμυθιώνοντας τη στιγμή μου. (Επιπλέον, λίγη, ελάχιστη ομίχλη να λειαίνει παρηγορητικά τα όρια του οπτικού πεδίου μου.) Στο τζάμι την βλέπω καθαρά: το ελλείπον θήλυ, τον κρίκο τον ματαίως αναζητηθέντα, κι ένα ψηφιδωτό προσώπων σαν κύκλος που δεν θα κλείσει ποτέ. Ή μάλλον σαν Ελλειψη όπου το συνειδησιακό μου παλίμψηστο δεν εφάπτεται καν…

Βγαίνω από το καφέ και τρέχω ασκεπής προς το αμάξι, αφήνοντας τη βροχή να καταλύει την καινούργια σύντομη στιγμή μου, να θαμπώνει ακόμη και τα γυαλιά μου. Κλείνω βιαστικά την πόρτα του αμαξιού, σκουπίζω τα γυαλιά μου και χαιρετώ στον καθρέφτη αυτόν τον τύπο που μου χαμογελάει λίγο ηλίθια. Καταπίνω δυο χάπια που ξέχασα πριν, ανάβω τσιγάρο και θυμάμαι εκείνον τον μαύρο που τριγύριζε πουλώντας κάτι χνουδωτά παπαγαλάκια, που όταν τα πίεζες μια αλλοιωμένη φωνή έσκουζε «Ολα καλά – πολύ καλά – πολύ ωραία!»

Advertisements