Ανοίγει το συρτάρι. Καλσόν μαύρο. Μια γουλιά βότκα. Μαύρη φούστα, μαύρη μπλούζα. Ολα μαύρα. Καθρέφτης. Κραγιόν κόκκινο. Βότκα και κοκκινάδι στο ποτήρι. Στον δρόμο ακούει λέξεις τραγουδιών κι ανάμεσά τους τα ουρλιαχτά του ανέμου από τη χαραμάδα του παραθύρου.

Στο μπαρ έχει ησυχία απόψε. Πίνει τη δεύτερη βότκα αργά. Δεν πολυκοιτάζει γύρω της πια. Γύρω κουβέντες και χάχανα συνοδεύουν την βραδιά της. Ξέρει πως το κόκκινο στόμα της ξεχωρίζει στο μισοσκόταδο κι ας μην πέφτει κανένα σποτάκι πάνω του. Ξέρει αρκετά – είναι αλήθεια. Φτάνουν;

Στον δρόμο του γυρισμού πηγαίνει αργά. Δεν βιάζεται· δεν βιάζεται για τίποτα πια.

Στην κρεβατοκάμαρα ξεντύνεται. Αργά, σχεδόν απρόθυμα. Τα φώτα όλα αναμμένα, να φύγει το μισοσκόταδο του μπαρ. Κανένας άντρας ντυμένος στα μαύρα δεν εμφανίστηκε πάλι απόψε να της πει τις κατακόκκινες λέξεις που περιμένει χρόνια τώρα.

Advertisements