Μου είπε: «Κάποιες φορές βρίσκω τα λόγια που μοιάζουν σωστά. Αλλά και πάλι δεν τα χρησιμοποιώ πια». Τα πετούσε, είπε, δεκάρες λογικής, στα ήρεμα νερά που συναντούσε κάποιες φορές. Χωρίς ευχή καμμιά. Είχε αφεθεί ήδη πολύ στον ήχο του αλαργινού στεναγμού της θάλασσας. Μιλούσε κι άκουγε όλο και λιγότερο, ουσιαστικά. Ενας επιφανειακός εκπρόσωπος τον αντικαθιστούσε μεταξύ μας: έφευγε διακριτικά· σταδιακά· μια αλλόκοτη απάθεια πίσω του. Τον παρακολουθώ πάντα με την άκρη του βλέμματός μου.

Advertisements