Μια καύτρα φαίνεται να σιγοκαίει κάποιες στιγμές στο απέναντι μπαλκόνι. Ανάβω τσιγάρο, σαν σινιάλο· τα πνεμόνια μου αντέχουν μερικά τυφλά σινιάλα ακόμα.
Θυμάμαι, νέος (ίσως έφηβος ακόμα), το χέρι που γράπωνε τον λαιμό όταν κάποιες βραδιές ατένιζα φωτισμένα παράθυρα απ’ τον δρόμο – ή από κάποιο παράθυρο. Τώρα, βέβαια, ξέρω σε τι ψευδείς ατραπούς πήγαινε ο νους. Αλλά ξέρω και πόσο αληθής ήταν η έλλειψη που τον οδηγούσε.
Δεν χρειάζονται πολλές αρνήσεις για να σε δεις. Τρεις αρκούν. Ισως και μία, αν είσαι γυναίκα, δηλαδή αβανταρισμένη από την Μεγάλη Θεά. Εγώ δεν ήμουν. Το πάλεψα, όμως, και καιρό τώρα κατάλαβα: δεν παριστάνω τον χαρούμενο, δεν δίνω σε πόζα την θλίψη μου. Βυζαίνω αξιοπρεπώς χαρές και λύπες που με στέργουν ακόμα, μ’ ένα απλό ανασήκωμα των ώμων (ε, και;). Μόνο που για να το μάθω έγινα πιο ανθεκτικός στις δεύτερες κι έχασα την δεκτικότητα στις πρώτες. Υποθέτω, έτσι πάει για όλους μας…

Advertisements