(Για τον Α., με τις τόσες κρύφιες δυνατότητες)

Το τέρας είναι εδώ, ήταν εδώ από πολύ καιρό. Δεν το είχες δει, δεν σε άφησαν κι οι γιατροί, βέβαια, αλλά κι εσύ δεν τους έκανες πέρα, ως όφειλες. Και, άλλωστε, ξέρω, πόσους γιατρούς να χωρέσει η ζωή ενός ανθρώπου; Πόση εξουσία πάνω στη ζωή σου να τους δώσεις και να εξακολουθήσει να είναι η δική σου ζωή κι όχι ένα περιστατικό, το προϊόν μιας διαφορικής διάγνωσης, το αποτέλεσμα μιας εκτίμησης… Έστω· παραμένεις –αναγκαστικά– ο εαυτός σου: διαψεύδεις κάμποσες προγνώσεις, παραμένεις λίγο ακατανόητος (ακόμα και για σένα τον ίδιον), η «ενδιαφέρουσα περίπτωση» που δεν κάθεται καλά στα ζύγια. Τριγυρνάς ακόμη εδώ για λόγους ανεξιχνίαστους, με το κουτσό βήμα του τρελού αξιωματικού. Λίγο λοξός σε σχέση με τη σκακιέρα, κάπως αστείος με αυτό το καπελάκι του μπέιζ-μπολ να μη φαίνονται τα εκζέματα. Μεταξύ μας όμως, πάντοτε λίγο εκκεντρικός δεν ήσουν; Απλώς, η εκκεντρικότητά σου δεν είναι πια γοητευτική για τα θηλυκά… Εξελίχθηκε κι αυτή. Σε σκέτη εκκεντρικότητα, χωρίς γοητεία καμιά. Κοντεύει, όμως, να γίνει κάτι σαν πατρίδα, σπίτι, φωλιά, έτσι δεν είναι; Παραδέξου το: τώρα πια, κάπως λοξός ως προς τον άξονα του κόσμου, αλλά ίσιος με το μέσα σου. Τα ζόρικα, άλλωστε, ξεκινούν όταν καταλάβεις πως ο γιαλός δεν είναι στραβός, μια χαρά είναι και πάντα ήταν μια χαρά γιαλός. Κι ότι εσύ για κάπου αρμενίζεις, κάπου πηγαίνεις, κι ας μην το ’χεις καθαρό ακόμη μέσα σου. Και ίσως ποτέ να μην το ξεκαθαρίσεις. Πως δικαιούσαι να χαράξεις την αποπροσανατολισμένη πορεία σου και να καταλήξεις σε ερημότοπους, σε χωματερές ψυχών, σε δικές σου πατρίδες. Σε τόπους όπου οι ντοπιολαλιές δεν έχουν λέξεις για το «γιατί», για το «νόημα» και για τον «προορισμό». Σε πατρίδες που σε δέχονται γυμνό, χωρίς απαντήσεις και ζωογόνους στόχους. Με μάνες πιο ανεκτικές, γυναίκες πιο ήρεμες, ζωές πιο πέτρινες, λιγότερο ανθρώπινες και πιο φυσικές. Και σπίτια με περβάζια που ανήκουν σε κοκκινολαίμηδες να μπορούν να λένε την δική τους αλήθεια.

Advertisements