Μου είπε «πάνε χρόνια από τότε», καθώς παράγγελνε άλλον έναν γύρο από τα ίδια. Σκέφτηκα πως όλο και περισσότερο τα ίδια είναι όλα όσο μεγαλώνουμε, αλλά δεν ήταν η στιγμή να του το πω, ήθελα ν’ ακούσω την ιστορία του. Την παρακολουθούσε από καιρό, άρχισε. Συναντιόντουσαν ίδιαν ώρα στον ηλεκτρικό πηγαίνοντας καθένας στη δουλειά του. Ίδιες ώρες, σχεδόν κάθε μέρα. Κάποια στιγμή πήρε το θάρρος και της άφησε ένα σημείωμα βγαίνοντας από το τρένο. Εκείνη απάντησε, στην πρώτη ευκαιρία. Κι άρχισε μεταξύ τους ένας χορός μηνυμάτων — που συνεχίστηκε μετά με μηνύματα στα κινητά. Δεν τόλμησαν όμως να συναντηθούν πέρα από τον συρμό του ηλεκτρικού που είχαν διαλέξει –συντονιστεί ίσως;– σιγά-σιγά. Ούτε για τον «συρμό» του είπα τίποτα, να μην τον διακόψω. Συνέχισε λέγοντας –-και η απόσταση απ’ όλα αυτά υπήρχε πια στην φωνή του— πως ίσως και να ήταν καλύτερα έτσι, που δεν συναντήθηκαν ποτέ από κοντά – ίσως και να μην έπρεπε για κάποιον λόγο, που όμως δεν κατανοούσε. Άλλα τον ένιωθε…

Τότε, τον είχε συνεπάρει όλο αυτό. Μάλλον κι εκείνην.
Μέχρι που πίστεψε πως αυτό που του συνέβαινε ήταν έρωτας. Μάλλον κι εκείνη ανάλογα ένιωθε.

Τώρα, εκεί στην μπάρα μεταξύ μας, ήξερε πια καθαρά, μου είπε: δεν ήταν. Ήταν κάτι άλλο, ίσως πιο μαγικό ακόμη, πιο παράξενο, κάτι που πίεζε τον νου στα όριά του, άλλα όχι έρωτας. Του έλειπαν πολλά, για να είναι.
Σχεδόν τόσα, όσα παράξενα είχε ήδη η κατάσταση…

Έλειπε η ελαφρά πίεση χειλιών πάνω σε χείλια που τ’ ανθρώπινα πλάσματα συνηθίζουν με ασέβεια στη στιγμή τους· ο σφυγμός του άλλου καθώς του καλύπτεις τον καρπό τάχα προστατευτικά, αυτή η δόνηση που δεν είναι στο χέρι, ξέρεις, αλλά σε κάποια βαθεία γεωλογική στιβάδα αυτού του πλανήτη· και η ευκαιρία να δεις τον άλλον να σκύβει το κεφάλι παραιτημένος όταν καμιά λέξη δεν βοηθά…

Είχε όμως τρέλα όλο εκείνο: ανεπιτήδευτη τρέλα.
Κι εκεί που καθόμασταν στα σκαμπό με τα κεφάλια γερμένα, κοιτώντας με ζαλισμένη προσοχή στο γυαλισμένο –και φθαρμένο συνάμα– ξύλο της μπάρας το ουσιαστικό (μας φαινόταν) φως που άφηναν τα σποτάκια από πάνω μας, σαν εστιασμένη ουσία, θαρρείς, πάνω σε θολές ανθρώπινες υπάρξεις, το έβλεπε καθαρά, είπε: είναι αυτή η συγκεκριμένη τρέλα μόνον που μπορεί πότε-πότε να σώζει κάτι στο διάβα της ζωής του καθενός. Υπάρχουν αυτοί, τους βλέπουμε, που προσπαθούν μονίμως να βγάζουν νόημα και να βάζουν σε μιαν σειρά τα πράγματα: χαμένες περιπτώσεις. Και θα κάνουν καιρό να το καταλάβουν – αν το καταλάβουν ποτέ.

Advertisements