Το τραμ αργοκυλούσε στους νοτισμένους δρόμους της Αθήνας. Στις στάσεις άνοιγαν οι πόρτες και καδράριζαν τετράγωνα κομμάτια της πόλης. Στον Νέο Κόσμο είδε έναν πεζόδρομο, λίγα δέντρα με μωβ φυλλωσιές — και κάτι σκίρτησε μέσα του· κάτι σαν την ανάμνηση μιας αγάπης που δεν είχε ζήσει ποτέ.

Το κρύο εξακολουθούσε τσουχτερό, αλλά το ανθρωπομάνι ζέσταινε το χώρο του λεωφορείου με αποπνικτικές ανάσες — μια νοσηρή αποφορά. Εκείνος ανυπομονούσε να φτάσει στο Σύνταγμα, να ανασάνει τον κρύο, παγωμένο αλλά καθαρό αέρα. Έστριβε το πρόσωπο σαν σκύλος τη μουσούδα του προς το παράθυρο που είχε μια τόση δα χαραμάδα ανοιχτή. Μια λυτρωτική χαραμάδα στην αποπνικτική ανθρωπίλα που τον έζωνε από παντού. Οι «συνεπιβάτες» του γκρινιάζανε, αρπαζόντουσαν, ή τα βρίσκανε αναθεματίζοντας τους απ’ έξω, την κυβέρνηση ή την αντιπολίτευση, τη μέρα ή τη νύχτα. Ό,τι προαιρείτο ο καθείς… Αναρωτήθηκε αν ένιωθαν καλά κατά βάθος, σαν μικρά ζωάκια που κουρνιάζουν στη γούνα της μαμάς τους. Η ναυτία δεν επέτρεψε πολλές σκέψεις ακόμα…

Advertisements