Θα σου πω μια ιστορία, αλλά μην την σκεφτείς πολύ – πάει;

Ήταν, λοιπόν, κάποτε μια γυναίκα που ερωτεύθηκε ένα χρυσόψαρο. (Μην σκέφτεσαι, είπαμε!) Δεν το κοίταζε μόνον μέσα στη γυάλα του, άρχισε σιγά-σιγά να απλώνει και το χέρι της στο γυαλί, λες και θα μπορούσε ποτέ να το αγγίξει. Κοιταζόντουσαν με τις ώρες. Τα δάκτυλά της απείχαν ελάχιστα από το στόμα του που ανοιγόκλεινε σαν να άρθρωνε λόγια ακατανόητα, ονειρικά, μισοξεχασμένα. Έζησε καιρό μαζί του. Και πάντοτε της άρεσε να ακούει τα λόγια του. Εκείνο ανάσαινε.

Αυτό. Τώρα, άμα θες, σκέψου, αν και καλύτερα θα ‘ναι να μην το κάνεις ούτε τώρα. Πού πάς; Βάλε κι ένα για μένα.

Advertisements