Εξω, η γη εκπνέει άνοιξη. Εκείνος, με ανοιχτά παράθυρα, εισπνέει μιαν ακόμη παράταση.
Λιγοστό το φως στο δωμάτιο· αρκετό όμως για να οδοιπορεί εν ακινησία. Ελαφρύτερος πλέον, πλην χωλός. Αλλά και απαλλαγμένος από όσα αγάπησε και έχουν καιρό τώρα εκτροχιασθεί. Τα λιγοστά που τελούν ακόμη υπό διακύβευσιν χωράνε και σ’ ένα σακκίδιο.
Δεν είναι το λιγοστό φως του δωματίου· είναι η φωταύγεια εκείνης της παλαιότατης πλάνης που φέρνει γυναίκες-ίσκιους (ίσως, βέβαια, και να ‘ναι περιγράμματα ξωτικών που μεταμφιέσθηκαν κάποτε σε γυναίκες). Ερχονται στο δωμάτιο συχνά τα βράδια και κάνουν κονσομασιόν. Εδώ και καιρό έχει πάψει να αναρωτιέται τι επινοεί ο ίδιος και τι αποτελεί τον μυθώδη διάκοσμο της ζωής του. Στο κάτω-κάτω μπορεί και να φόρτωσε ανοιξιάτικη γύρη η ατμόσφαιρα…
Ναι, φυσικά, δεν είναι το ημίφως του δωματίου. Αλλωστε τα μεσημέρια διαβάζει βιογραφίες και τα βράδια παρατηρεί τους ανθρώπους – ο μοναδικός τρόπος, ως γνωστόν, να καταλαγιάζουν οι έσω δίνες.
Αν τον ρωτήσεις, δεν πρόκειται να σου πει πως δήθεν τίποτα δεν έχει σημασία: μόνον πως οι σημασίες, όσο πάει, λιώνουν γρήγορα στο στόμα. Πριν καν προλάβεις να τις καλογευθείς.

Advertisements