Σε είδα στον ύπνο μου πάλι. Ήσουν, λέει, εισαγγελέας στην δίκη μου· και εξάντλησες την αυστηρότητά σου – και μου φάνηκε αστείο. Μετά είπες στο δικαστήριο πως ήθελες να μελετήσεις περαιτέρω την υπόθεση, κι αμέσως με καταδίκασες. Δεν ανησυχούσα στο όνειρό μου: ήταν δεδομένη η ελάχιστος βαρύτητα του ατοπήματός μου (θα μπορούσες να το θεωρήσεις και απλή αμέλεια…). Εσύ, χαριτωμένη και αυστηρή, άφησες να καταμετρήσει την ειρκτή άλλος δικανικός παράγων: ούτε καν σε αυτό δεν πήρες κάποια ευθύνη.
Δεν σου απέδωσα κι εγώ, βέβαια, καμμία ευθύνη — σωστά. Ήταν και κάπως αποπνικτική η αίθουσα, μικρή (ίσως σε κάποια επαρχία της ψυχής μου), δικηγόροι πήγαιναν κι έρχονταν και δυσκολευόμουν να πλησιάσω στην «έδρα» σου. Δεν το πολυπροσπάθησα, άλλωστε. Ήξερα πως αν πλησίαζα και σε φιλούσα στο στόμα η υπόθεσίς μου θα επαναψηλαφείτο. Ήμουν βέβαιος. Αλλά, τελικά, αποφάσισα πως προτιμούσα να συνεχίσω ως ένοχος. Δεν ήθελα, βλέπεις, να σε αμφισβητήσω ενώπιον του γεμάτου σεβασμό ακροατηρίου σου, να του υποδείξω εμμέσως πως σε υπερεκτιμά. Ξυπνώντας (ίσα που χάραζε, κατάλαβα από το αντιφέγγισμα ανάμεσα στις γρίλιες), είχε διαλυθεί η δική σου αίσθηση αλλά όχι εκείνη του ονείρου: τη θέση σου είχε πάρει η ζωή μου: μισοκοιμισμένος, ανασυνέθεσα εντός την (δική της πια) αγόρευση…

Advertisements