Γερνά, μα δεν σκοτεινιάζει. Το αντίθετο: περισσότερο φως τριγύρω του απ’ ό,τι στα παιδικά χρόνια που αναθυμάται. Είναι ο ίδιος που φώτισε με τον χρόνο. Χρειάστηκε, βέβαια, να διαβεί πολύ περισσότερες νύχτες από μέρες στα χρόνια που μεσολάβησαν — να κινηθεί με φακούς και αυτοσχέδιους λαμπτήρες, να ψηλαφήσει στα τυφλά άγνωστες επιφάνειες, τραχείς συχνά. Αλλά βγήκε, γερασμένος, σε αυτό το ξέφωτο· ναι, είναι σκληρό το φως του. Αλλά τα δειλινά, θεέ μου, πόσο γλυκαίνει το φως: λες και δεν γδέρνει πια τοίχους και μάτια. Σχεδόν τα χαϊδεύει· και συνυπάρχει αρμονικά με τις σκιές που μεγεθύνονται.

Advertisements