Έμεινε να την κοιτάζει να κατευθύνεται βιαστική προς μια από τις «Αναχωρήσεις» — την «Νο5» για την (περιττή εν προκειμένω) ακρίβεια. Εκείνος δεν βιάζεται. Έχει έρθει, επιτέλους, η στιγμή να μηρυκάσει μόνος όσα έγιναν. Παρατηρεί τα βήματά της ένα-ένα, έτσι όπως έχει μάθει, άλλωστε, τελευταία να διαβάζει. Αργά. Το βουλιμικό διάβασμα, έχει αποφασίσει καιρό τώρα, είναι για τους πολυάσχολους: ας πάνε εξ ίσου μανικά στα σεμινάρια γρήγορης ανάγνωσης, να διασχίζουν διαγωνίως σβώλους πληροφοριών. Εκείνος χαμογελά τώρα: τα πόδια της και οι σκέψεις του τρέχουν: φαίνεται υπάρχουν ζωές με κρουσταλλιασμένες φλούδες. Γερές. Η γρήγορη ανάγνωση θα βοηθά· σίγουρα. Και ο ταχύς βηματισμός· βεβαίως. Ίσως και να υπάρχει κάπου και η Χώρα των Χαρμόσυνα Εξαπατημένων…

Στην παραλιακή, η πνοή μιας θάλασσας βραδιασμένης, ησυχασμένης.
Φαιδρά πουλιά οι συνειρμοί του, σπαθίζουν το πηχτό μαύρο συναισθημάτων που δεν έχουν ανέλθει ακόμα. Με την ώρα τους, θα έρθουν κι αυτά. Ο νους του ήδη ταξιδεύει εκεί που πάνε οι νόες όποτε δεν έχουν πού αλλού να πάνε.

Από κάπου ακούγεται ένας ψίθυρος — ή είναι τραγούδι;
«Σα φύλλο ξερό / στο κλαδί ξεχασμένο / προσμένω καιρό / τι τάχα προσμένω;»

Advertisements