Εκείνη ήθελε λόγια. Αισθήσεις να αποκτούν εκείνην την ορμή που διέπει τις λέξεις όταν στοιχίζονται κατάλληλα. Αναπνοές κάπως βαθύτερες. Ζωή να πατά για λίγο καλύτερα στα πόδια της. Τις ονόμαζε “πράξεις”, φυσικά…

Εκείνος, πάλι, όχι: εκείνος έβλεπε τις λέξεις σαν μικρά κομματάκια σιωπής που ξέφυγαν από την αβυσσαλέα φωλιά τους. Προσπαθούσε να τις ξεγελάσει βάζοντας ακουστικά στ’ αυτιά του και πίνοντας.

Εκείνη ήθελε Συναντήσεις: στροφές ζωής να υπονοούν μιαν Άλλην Ζωή. Έστω ανομολόγητες. Αβίαστα, αν και αλλόκοτα, συναρθρωμένες στην καθημερινότητά της.

Εκείνος ήθελε μιαν ιέρεια να αποτίει τιμάς· με τις θεές δεν τα πήγαινε ποτέ καλά.

Δεν ξέρω τι απέγιναν, ούτε τι έστερξε να δει η συνάντησή τους. Ξέρω μόνον πως για λίγο συνέβη κάτι που θα μπορούσες να το πεις “συναπάντημα” χωρίς να νοιώσεις ψεύτης.


		
Advertisements