Ξέρω, οι φράσεις μου εριμμένες ατάκτως σε κάποιο συρτάρι σου. Όχι από τα πάνω. Καθώς τις ανασκαλεύεις ανόρεχτα, κάποιες μοιάζουν παλιά φυλαχτά, κάποιες άλλες χρησιμοποιημένα εισιτήρια· και κάμποσες μοιάζουν με κλειδιά που δεν θυμάσαι πια
ποιες πόρτες άνοιγαν κάποτε.
Ξέρω ακόμη πως δεν πρόκειται να κάνεις πίσω: θα με πολεμήσεις. Εμένα και τα λόγια μου. Αλλά δεν πρόκειται να νικήσεις.
Θα εξακολουθήσω να σε χαίρομαι ολόρθη να μάχεσαι, κι ας σε πιανει συχνά η μέση σου. Κι εσύ υποψιάζεσαι αυτήν τη διαολεμένη, δυσάρεστη αλήθεια: ο πόνος σε αφυπνίζει· και μερικές φορές, ξυπνώντας, ξαναθυμάσαι ποιος είσαι.
Να εξακολουθήσεις να μάχεσαι τα λόγια μου — μ’ ακούς; Κι αν δεν βρεις συνοδοιπόρους, περπάτα μόνη. Συνέχισε να περπατάς μόνη. Ο ουρανός αδιάφορος, ο δρόμος πλήρης αντικατοπτρισμών και η μέση σου κομμένη. Ε, και;

Advertisements