Κύλησε καιρός. Περπάτησες ευκολοδιάβατες αλέες και θρυμματισμένα πλακόστρωτα. Γεύτηκες κεράσια και πικραμύγδαλα. Κούρνιασες σε απάγκια και βολοδάρθηκες σε υψώματα. Την πατρίδα σου δεν την βρήκες.

Μήπως, τώρα πια που έκανες στην άκρια του δρόμου, δίπλα σε μια πηγή, να σταματήσεις να πετροβολάς τους περαστικούς; Μήπως να έδενες τα χέρια σε μια προσευχή;

Advertisements