Θυμάσαι, είχες φτάσει νωρίς στις «Αφίξεις» και περίμενες. Είχες μήνες να τη δεις και κοίταζες με ανυπομονησία αλλά και αφηρημένος την έξοδο των Εσωτερικών Πτήσεων. Παρότι την σκεφτόσουν επί μήνες, μόνον εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησες πόσο σου έλειπε· κοιτώντας κάθε φιγούρα που έβγαινε απ’ την αυτόματη τζαμένια πόρτα — και κάθε φορά δεν ήταν εκείνη.

Μέχρι που ήταν. Χαμογέλασε και κούνησε το χέρι. Ακούμπησες χέρια και σαγόνι στον ουρανό του αυτοκινήτου. Σαν να ήθελες να μισοκρυφτείς, να την κοιτάξεις σαν να μην υπήρχες εσύ γι’ αυτήν, όπως θα ζούσε και θα κινείτο τόσους μήνες. Το μόνο που κατάφερες ήταν να την δεις ολοκαίνουργια. Λειψό ήταν αυτό που είχες κρατήσει στον νου σου. Κι αυτό το ολόκληρο που πλησίαζε με γοργό βήμα κι ένα κόκκινο σακίδιο στην πλάτη σού έριχνε μια σκουντιά στο στήθος.

Τη στιγμή που έφτασε και σε αγκάλιασε, βρισκόσουν ήδη δέκα εκατοστά πάνω από το έδαφος. Και συνέχισες αυτό το ταξίδι στον αέρα ακόμα κι όταν μπήκατε στο αυτοκίνητο, πετώντας απρόσεκτα το κόκκινο φτερό της στο πίσω κάθισμα. Κι όταν ακούμπησες ελαφρά τα χείλη της. Πάλι δέκα ήταν τα εκατοστά που σε χώριζαν από το έδαφος που πριν πατούσες επί μήνες. Κι όταν βγήκατε στην Αττική οδό και της ακούμπησες το χέρι δίπλα στο χειρόφρενο, ακόμα στον αέρα ταξίδευες. Φυσικά, τώρα που τα θυμάσαι αυτά, πατάς γερά (υπερβολικά γερά) στη γη. Είσαι και πάλι στις «Αφίξεις» και κοιτάζεις αφηρημένος την ίδια τζαμένια πόρτα να ανοιγοκλείνει και φιγούρες αδιάφορες να βγαίνουν. Μερικές έχουν κι ένα κόκκινο φτερό στην πλάτη. Εσύ δεν ταξιδεύεις πια στον αέρα. Αλλά, κάθε φορά που βρίσκεσαι εκεί, θυμάσαι κάπως πιο έντονα εκείνη την χαμηλή πτήση σου.

Advertisements