Νέκυια

Leave a comment




Γερνά, μα δεν σκοτεινιάζει. Το αντίθετο: περισσότερο φως τριγύρω του απ’ ό,τι στα παιδικά χρόνια που αναθυμάται. Είναι ο ίδιος που φώτισε με τον χρόνο. Χρειάστηκε, βέβαια, να διαβεί πολύ περισσότερες νύχτες από μέρες στα χρόνια που μεσολάβησαν — να κινηθεί με φακούς και αυτοσχέδιους λαμπτήρες, να ψηλαφήσει στα τυφλά άγνωστες επιφάνειες, τραχείς συχνά. Αλλά βγήκε, γερασμένος, σε αυτό το ξέφωτο· ναι, είναι σκληρό το φως του. Αλλά τα δειλινά, θεέ μου, πόσο γλυκαίνει το φως: λες και δεν γδέρνει πια τοίχους και μάτια. Σχεδόν τα χαϊδεύει· και συνυπάρχει αρμονικά με τις σκιές που μεγεθύνονται.

Advertisements

Μια κάποια αλήθεια· η δική σου

Leave a comment


Το Kitsch συνίσταται, μεταξύ άλλων, και στο «Ζω μεγάλα συναισθήματα· τι υπέροχος που είμαι που συγκινούμαι ζώντας μεγάλα συναισθήματα»…
Αχ, η αλήθεια. Όχι η γενική, η ανύπαρκτη, η «Σωστή»: για την δική σου μιλάω· την υπαρκτή. Που την ξέρεις καλά, την υποψιάζεσαι έστω, ακόμα κι αν υπονομεύει τις στρόγγυλες, πανέμορφες απόψεις σου.
Πες μου τώρα: της αξίζει άραγε να κρύβεται πίσω από ομιχλώδη νεύματα και πολυσήμαντα χαμόγελα; Μια και μόνη δεν την έχεις; Σαν τη ζωή σου, ας πούμε.

Για την αλήθεια σου μιλώ. Όχι την γαμημένη, αγαπημένη σου μουτσούνα, που σε κολακεύει. Ας μην ορίζουν οι Άλλοι γύρω σου την ζωή σου, μωρέ. Ούτε καν εκείνος ο Άλλος απέναντί σου, εκείνος με τα μύρια πρόσωπα. Ο εποχιακά μοναδικός.
Δεν θα έχεις πολλές ευκαιρίες ακόμα. Κάν’ το τώρα. Δεν θα είσαι για πολύ καιρό ακόμα ικανός να ξαναπιάσεις το νήμα από κάποια του αρχή.

Τελευταίος σταθμός

Leave a comment


Στο παγκάκι του σταθμού. Κοιτάζεις τη σκιά σου που μακραίνει όσο περνά η ώρα. Γλυκό που είναι το φως του δειλινού.

Αναθεματισμένα βράγχια…

1 Comment



Θα σου πω μια ιστορία, αλλά μην την σκεφτείς πολύ – πάει;

Ήταν, λοιπόν, κάποτε μια γυναίκα που ερωτεύθηκε ένα χρυσόψαρο. (Μην σκέφτεσαι, είπαμε!) Δεν το κοίταζε μόνον μέσα στη γυάλα του, άρχισε σιγά-σιγά να απλώνει και το χέρι της στο γυαλί, λες και θα μπορούσε ποτέ να το αγγίξει. Κοιταζόντουσαν με τις ώρες. Τα δάκτυλά της απείχαν ελάχιστα από το στόμα του που ανοιγόκλεινε σαν να άρθρωνε λόγια ακατανόητα, ονειρικά, μισοξεχασμένα. Έζησε καιρό μαζί του. Και πάντοτε της άρεσε να ακούει τα λόγια του. Εκείνο ανάσαινε.

Αυτό. Τώρα, άμα θες, σκέψου, αν και καλύτερα θα ‘ναι να μην το κάνεις ούτε τώρα. Πού πάς; Βάλε κι ένα για μένα.

Αδιάλλακτα απαισιόδοξο υστερόγραφο

Leave a comment


Πόσο γλυκούτσικα αστείοι μου φαίνονται οι άνθρωποι που στα πενήντα τους αποφεύγουν την «δέσμευση». Λες να νομίζουν πραγματικά πως θα ζήσουν για πάντα; Σαν δεκαοκτάχρονα που όλες οι επιλογές ανοίγονται βεντάλια μπροστά τους, κι άμα, βρε αδερφέ, κάτι δεν μας κάτσει ξαναρχίζουμε; Λες; Γλυκό μου μοιάζει πια, αλήθεια. Όπως κι όλες οι σπαταλημένες ζωές δηλαδή: αυτές που δεν ευλογήθηκαν με την γνώση πως το τίμημα για να ζήσεις κάτι είναι όλα εκείνα που, αντ’ αυτού, δεν θα ζήσεις ποτέ.

Χωλός οδοιπόρος (Υστερόγραφον, μη αριθμημένον)

Leave a comment

<BR>

Και μη νομίσεις πως οι ποιητικίζουσες οδοί είναι εύκολες να τις διαβείς.

Δεν αρκούν οι όμορφες, λαγαρές λέξεις, να το ξέρεις. Ούτε οι μορφές που σε παίρνουν στα σύννεφα στον ουρανό σου πότε-πότε. Όπως και δεν αρκεί, φυσικά, να σου μιλούν προσωπικά οι πινακίδες στους δρόμους…

Πρέπει να θυσιάσεις πολλά ανθρώπινά σου στις παρυφές κάθε μισο-κλεμμένης μεθυσμένης νύχτας σου.

Και κάθε σταυροδρόμι, κάθε στιγμή, από κει πέρα, μπορεί να είναι το σημείο που θα σωπάσεις οριστικά. Που θα πέσει ο πυρετός σου εννοώ. Ηττημένος κι αυτός, όπως όλα τα άλλα σου.

Δεν θα είναι κάποιο συνειδησιακό αίθριο, μην αυταπατάσαι: άγονη περιοχή θα ‘ναι· και τα μέχρι τούδε λάφυρά σου άχρηστα θα σου φαντάζουν. Κι εσύ, με την πλάτη στον τοίχο μιας ξεθυμασμένης επιθυμίας σου, θα στέκεις βουβός. Κι οι όποιες απουσίες της, εκείνης, δίχως καμιάν πυκνότητα πια δίπλα σου.

Και οι πυρετοί, το ξέρεις, δεν σκηνοθετούνται. (Μην χλευάζεις, λοιπόν…)

Καλά είναι κι έτσι… Όλα καλά….

(Α, και να σου πω: δεν θέλω να πω τίποτα στους ανθρώπους· μόνον να τους παρατηρώ.)

Ε, και;

1 Comment



Έβαλες αλκοόλ και μουσική να συντροφέψουν το κερί που άναψες δοκιμάζοντας τάχα έναν αναπτήρα. Δεν ήξερες πως, μετά, αρμονίες θα αμβλύνουν τις γωνίες του δωματίου; Πως ανάμεσά τους, για λίγο, θα σφυρίζει ο άνεμος έξω από το παράθυρο σου;

Η φλόγα του κεριού, είναι όντως αναποφάσιστη. Και η μουσική: ναι, τα σκουπίδια του νου έχουν ήχο· οικείον ήχο. Ανακατεύονται και τριζοβολάνε αρμονικά, σκέψεις πολτοποιούν έννοιες, γεωμετρικά σχήματα περιγελούν χρόνους, συνειδητοποιήσεις αφοδεύουν συναισθήματα…

Πάντως δεν θα αναμετρήσεις στιγμές. Ούτως ή άλλως, οι περισσότερες διέφυγαν. Κι εκείνες που άξιζαν χρόνια κόλασης παρεσύρθησαν επίσης στην ιλύ της ζωής σου. Μόνον μικρά, ανεπιφύλακτα “τώρα” θα επιτρέψεις να γείρουν την φλόγα του κεριού. Απρόσεκτα, φυσικά.

Older Entries